πατήρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ουσιαστικό
πατήρ αρσενικό
- (καθαρεύουσα) πατέρας
- τίτλος για ιερείς
- σε αυτή την εκκλησία λειτουργεί ο πατήρ Γεώργιος
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατήρ | πατέρε | πατέρες |
| Γενική | πατρός | πατέροιν | πατέρων |
| Δοτική | πατρί | πατέροιν | πατράσι |
| Αιτιατική | πατέρα | πατέρε | πατέρας |
| Κλητική | πάτερ | πατέρε | πατέρες |
[
]
Ετυμολογία
- πατήρ < ΠΙΕΕ, *ph₂tḗr. Από την ίδια ρίζα και το λατινικό pater, το σανσκριτικό पितृ (pitṛ), το αρχαίο αρμενικό հայր (hayr) και το πρωτογερμανικό *fadēr (αρχαίο αγγλικό fæder > αγγλικό father, γερμανικό Vater κλπ)
[
]
Ουσιαστικό
πατήρ αρσενικό
- πατέρας, γονιός
- πρωτουργός, πρωταίτιος
- προσφώνηση, από σεβασμό, ηλικιωμένου άντρα
- ξεῖνε πάτερ
[
] Εκφράσεις
- οἱ πατέρες: οι πρόγονοι