πατριώτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πατριώτης | πατριώτες |
| γενική | πατριώτη | πατριωτών |
| αιτιατική | πατριώτη | πατριώτες |
| κλητική | πατριώτη | πατριώτες |
[
]
Ετυμολογία
- πατριώτης < αρχαία ελληνική πατριώτης < πάτριος + κατάληξη αρσενικού -ιώτης
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pa.tɾi.ˈɔ.tis/
[
]
Ουσιαστικό
πατριώτης αρσενικό (θηλυκό: πατριώτισσα)
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
πατριώτης