πατριώτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατριώτης πατριώτες
γενική πατριώτη πατριωτών
αιτιατική πατριώτη πατριώτες
κλητική πατριώτη πατριώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πατριώτης < αρχαία ελληνική πατριώτης < πάτριος + κατάληξη αρσενικού -ιώτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.tɾi.ˈɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πατριώτης αρσενικό (θηλυκό: πατριώτισσα)

  1. αυτός που κατάγεται από την ίδια πατρίδα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συντοπίτης
  2. αυτός που αγαπά πολύ την πατρίδα του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φιλόπατρις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]