παχυσαρκία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παχυσαρκία -
γενική παχυσαρκίας -
αιτιατική παχυσαρκία -
κλητική παχυσαρκία -

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

παχυσαρκία < παχύσαρκος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /pa.çi.saɾ.ˈci.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

παχυσαρκία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. η νόσος κατά την οποία υπάρχει υπερβολική εναπόθεση λίπους στο σώμα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζεται αρνητικά η υγεία
  2. το υπερβολικό σωματικό βάρος
    έρευνες έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία αυξάνει την πίεση του αίματος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες