παχύσαρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική παχύσαρκος παχύσαρκη παχύσαρκο
γενική παχύσαρκου παχύσαρκης παχύσαρκου
αιτιατική παχύσαρκο παχύσαρκη παχύσαρκο
κλητική παχύσαρκε παχύσαρκη παχύσαρκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παχύσαρκοι παχύσαρκες παχύσαρκα
γενική παχύσαρκων παχύσαρκων παχύσαρκων
αιτιατική παχύσαρκους παχύσαρκες παχύσαρκα
κλητική παχύσαρκοι παχύσαρκες παχύσαρκα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παχύσαρκος < ελληνιστική κοινή παχύσαρκος < παχύς + σάρκα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.ˈçi.saɾ.kos/

Open book 01.svg Επίθετο[]

παχύσαρκος, -η, -ο

  • που έχει υπερβολικό σωματικό βάρος
  • που πάσχει από παχυσαρκία, η οποία χρειάζεται ιατρική αντιμετώπση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]