παχύσαρκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | παχύσαρκος | παχύσαρκη | παχύσαρκο |
| γενική | παχύσαρκου | παχύσαρκης | παχύσαρκου |
| αιτιατική | παχύσαρκο | παχύσαρκη | παχύσαρκο |
| κλητική | παχύσαρκε | παχύσαρκη | παχύσαρκο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | παχύσαρκοι | παχύσαρκες | παχύσαρκα |
| γενική | παχύσαρκων | παχύσαρκων | παχύσαρκων |
| αιτιατική | παχύσαρκους | παχύσαρκες | παχύσαρκα |
| κλητική | παχύσαρκοι | παχύσαρκες | παχύσαρκα |
[
]
Ετυμολογία
- παχύσαρκος < ελληνιστική κοινή παχύσαρκος < παχύς + σάρκα
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pa.ˈçi.saɾ.kos/
[
]
Επίθετο
παχύσαρκος, -η, -ο
- που έχει υπερβολικό σωματικό βάρος
- που πάσχει από παχυσαρκία, η οποία χρειάζεται ιατρική αντιμετώπση