παύλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παύλα < αρχαία ελληνική παῦλα
Ουσιαστικό [
]
παύλα θηλυκό
- σημείο στίξης που χρησιμοποιείται
- σαν ενωτικό
- για να δείξει ότι ξεκινάει άλλος ομιλητής
- (όταν ακολουθεί δεύτερη παύλα στο τέλος της φράσης) κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα
Εκφράσεις [
]
- τελεία και παύλα: δηλώνει οριστική απόφαση
[
]
Σημειώσεις [
]
- παρόλο που η χρήση της λέξης στον καθημερινό λόγο περιλαμβάνει όλες τις μορφές της παύλας (και το μείον), στην τυπογραφία χρησιμοποιούνται διαφορετικές λέξεις
- προφορικά χρησιμοποιείται για να δείξει την ύπαρξη του σημείου ως ενωτικού ανάμεσα σε δύο λέξεις που πρέπει να ληφθούν σαν μία