παύλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παύλα < αρχαία ελληνική παῦλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παύλα θηλυκό

  1. σημείο στίξης που χρησιμοποιείται
    • σαν ενωτικό
    • για να δείξει ότι ξεκινάει άλλος ομιλητής
    • (όταν ακολουθεί δεύτερη παύλα στο τέλος της φράσης) κάτι εμβόλιμο στη σκέψη ή στην κουβέντα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. τελεία και παύλα: δηλώνει οριστική απόφαση

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • παρόλο που η χρήση της λέξης στον καθημερινό λόγο περιλαμβάνει όλες τις μορφές της παύλας (και το μείον), στην τυπογραφία χρησιμοποιούνται διαφορετικές λέξεις
  • προφορικά χρησιμοποιείται για να δείξει την ύπαρξη του σημείου ως ενωτικού ανάμεσα σε δύο λέξεις που πρέπει να ληφθούν σαν μία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]