πείνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πείνα | πείνες |
| γενική | πείνας | |
| αιτιατική | πείνα | πείνες |
| κλητική | πείνα | πείνες |
Ετυμολογία [
]
- πείνα < αρχαία ελληνική πεῖνα
Προφορά [
]
[
]
Ουσιαστικό [
]
πείνα θηλυκό
- η ανάγκη ή επιθυμία για φαγητό
- (συνεκδοχικά) ισχυρή επιθυμία για κάτι
- η συνεχής έλλειψη τροφίμων και τα προβλήματα που προκαλούνται
Εκφράσεις [
]
- απεργία πείνας : ακραίος τρόπος διαμαρτυρίας που συνίσταται στην άρνηση τροφής, με σκοπό να ασκηθεί πίεση για την ικανοποίηση συγκεκριμένων αιτημάτων
- δε σε βλέπω από την πείνα : πεινώ τόσο που οι αισθήσεις μου δε λειτουργούν
- η πείνα κάστρα καταλεί και χώρες παραδίδει : η στέρηση των αναγκαίων για τη ζωή οδηγεί όχι μόνο σε υλική ένδεια αλλά και σε ηθική κατάπτωση
- πεθαίνω της πείνας : πεινώ πάρα πολύ
Σημειώσεις [
]
Η λέξη χρησιμοποιείται κανονικά μόνο στον ενικό αριθμό. Κατ' εξαίρεση συναντάται ο πληθυντικός σε εκφράσεις όπως έχω κάτι πείνες και πέσανε κάτι πείνες.