πείρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πεῖρα, πήρα, πυρά

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική πείρα
γενική πείρας
αιτιατική πείρα
κλητική πείρα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πείρα < αρχαία ελληνική πεῖρα < πειρῶμαι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πείρα θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. η γνώση που προσφέρει η πρακτική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο·
    είναι παιδί ακόμα, δεν έχει πείρα της ζωής

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

  • δεν είναι συνώνυμη με την εμπειρία η οποία συνήθως αναφέρεται σε μεμονωμένα βιώματα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες