πείρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πείρος πείροι
γενική πείρου πείρων
αιτιατική πείρο πείρους
κλητική πείρε πείροι
πείροι διάφορων ειδών

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πείρος Εδώ οι γνώμες διχάζονται. Υπάρχει η άποψη ότι η λέξη πείρος προέρχεται από το ρήμα πείρω που σημαίνει τρυπάω, διαπερνώ (εξ' ου και οι λέξεις περατός, διαπερατότητα, πέρασμα, πέραμα και Πειραιάς), η οποία φαίνεται και απόλυτα λογική. Μία άλλη άποψη όμως, λέει ότι η λέξη "πέρασε" στα Ελληνικά από τα Ιταλικά και η ετυμολογία της ανάγεται στη λέξη piro, οπότε και η σωστή γραφή της είναι πίρος και όχι πείρος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πείρος αρσενικό

  1. 1. Ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση εξαρτημάτων ενός μηχανισμού ή μιας κατασκευής. Παραδείγματα: O πείρος ενός εμβόλου ή το ξύλινο πώμα ενός βαρελιού.


32πχ Μεταφράσεις[]