πεθαίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πεθαίνω < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
πεθαίνω
- φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής
- ο ηθοποιός πέθανε από καρδιακή προσβολή
- σταματάει η ύπαρξή μου
- δεν ξέρουμε πόσες ανθρώπινες γλώσσες πεθαίνουν κάθε χρόνο
- θέλω κάτι ή κάποιον πάρα πολύ, έχω έντονη επιθυμία
- η κοπέλα πεθαίνει για σένα, φαίνεται στα μάτια της πως σε αγαπά
- νιώθω μία δυσάρεστη αίσθηση που δύσκολα την αντέχω
- πριν την εγχείρηση πέθαινε από τον πόνο στο πόδι της, αλλά τώρα είναι μια χαρά