πειρατής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πειρατής πειρατές
γενική πειρατή πειρατών
αιτιατική πειρατή πειρατές
κλητική πειρατή πειρατές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πειρατής < ελληνιστική κοινή πειρατής < αρχαία ελληνική πειρῶ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /pi.ɾa.ˈtis/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκίτσο ενός πειρατή

πειρατής αρσενικό

  1. αυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου που επιτίθεται σε άλλα για να αρπάξει το φορτίο τους
  2. αυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα
    1. ο οδηγός ταξί χωρίς άδεια
    2. ο ραδιοπειρατής
    3. αυτός που αντιγράφει παράνομα λογισμικό ή μουσικά CD


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες