πειρατής

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πειρατής πειρατές
Γενική πειρατή πειρατών
Αιτιατική πειρατή πειρατές
Κλητική πειρατή πειρατές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πειρατής < ελληνιστική κοινή πειρατής < αρχαία ελληνική πειρῶ
Piratey, vector version.svg

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πειρατής αρσενικό

  1. αυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου που επιτίθεται σε άλλα για να αρπάξει το φορτίο τους
  2. αυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα
    1. ο οδηγός ταξί χωρίς άδεια
    2. ο ραδιοπειρατής



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες