πεολειξία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
πεολειξία θηλυκό και πεολειχία
- η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του πέους με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή του άνδρα
Συνώνυμα
- πεοθηλασμός
- (χυδαίο) πίπα
- τσιμπούκι