πεπρωμένο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πεπρωμένο | πεπρωμένα |
| γενική | πεπρωμένου | πεπρωμένων |
| αιτιατική | πεπρωμένο | πεπρωμένα |
| κλητική | πεπρωμένο | πεπρωμένα |
Ετυμολογία [
]
- πεπρωμένο < αρχαία ελληνική πεπρωμένον
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /pɛ.pɾɔ.ˈmɛ.nɔ/
Ουσιαστικό [
]
πεπρωμένο ουδέτερο
- ό,τι θεωρείται πως έχει ήδη προδιαγραφεί, από τη μοίρα, να συμβεί
Εκφράσεις [
]
- το πεπρωμένο(ν) φυγείν αδύνατο(ν)