πεπρωμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεπρωμένο πεπρωμένα
γενική πεπρωμένου πεπρωμένων
αιτιατική πεπρωμένο πεπρωμένα
κλητική πεπρωμένο πεπρωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πεπρωμένο < αρχαία ελληνική πεπρωμένον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɛ.pɾɔ.ˈmɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πεπρωμένο ουδέτερο

  1. ό,τι θεωρείται πως έχει ήδη προδιαγραφεί, από τη μοίρα, να συμβεί

Εκφράσεις[]

  • το πεπρωμένο(ν) φυγείν αδύνατο(ν)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]