περίπατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περίπατος περίπατοι
γενική περιπάτου περιπάτων
αιτιατική περίπατο περιπάτους
κλητική περίπατε περίπατοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περίπατος < αρχαία ελληνική περίπατος < περί + πάτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περίπατος αρσενικό

  1. το περπάτημα για ευχαρίστηση, διασκέδαση, αναψυχή

Εκφράσεις[]

  • πάω περίπατο
  • κάνω περίπατο: για προσπάθεια που τελικά αποδείχτηκε πολύ εύκολη, για αγώνα που κερδήθηκε εύκολα χωρίς ισχυρούς αντιπάλους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περίπατος < περιπατέω (περιπατῶ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περίπατος

  1. περίπατος, το περπάτημα για διασκέδαση
  2. (συνεκδοχικά) τόπος περιπάτου
  3. (συνεκδοχικά) κουβέντα, κυρίως για φιλοσοφικά ζητήματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]