περίπτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περίπτωση < αρχαία ελληνική περίπτωσις < περιπίπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περίπτωση θηλυκό

  1. το σύνολο συνθηκών και γεγονότων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση κάποιου ή κάτι
    Η Κύπρος είναι μοναδική περίπτωση, οι όποιες οικονομικές δυσκολίες του νησιού διαφέρουν σημαντικά από αυτές της Ελλάδας.
  2. πιθανότητα
    Υπάρχει περίπτωση να σε χρειαστώ αύριο. Θα μπορέσεις;
  3. (για άνθρωπο με ιδιαίτερες ικανότητες ή ελαττώματα) ιδιαίτερος άνθρωπος, ξεχωριστός
    Τελείωσε το διδακτορικό του μόλις σε έναν χρόνο. Ο άνθρωπος είναι περίπτωση!

Εκφράσεις[]

  • δεν υπάρχει περίπτωση
  • εν πάση περιπτώσει
  • εν τοιαύτη περιπτώσει
  • σε περίπτωση
  • σε κάθε περίπτωση
  • σε καμία περίπτωση
  • στην καλύτερη περίπτωση
  • στην καλύτερη των περιπτώσεων

32πχ Μεταφράσεις[]