περίφραξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περίφραξη < μεσαιωνική ελληνική περίφραξις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περίφραξη θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιφράσσω
    η περίφραξη του χώρου δεν μπορεί να ξεκινήσει αν δεν αποφασίσουμε πρώτα για το υλικό που θα χρησιμοποιήσουμε
  2. (κατ’ επέκταση) ο φράκτης
    είναι πολύ χαμηλή η περίφραξη και μπορεί ο καθένας να πηδήξει από πάνω και να μπει μέσα

32πχ Μεταφράσεις[]