περασμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
περασμένος ,η, ο
- που έχει περάσει, που έχει παρέλθει
- που αναφέρεται στο παρελθόν
- που έχει περαστεί, καταχωρηθεί
- → δείτε τη λέξη: περνώ