περικάρπιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

περικάρπιο(1): 1.ενδοκάρπιο, 3.μεσοκάρπιο, 4.εξωκάρπιο ή επικάρπιο. Το (2) είναι το σπέρμα (δεν ανήκει στο περικάρπιο).
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περικάρπιο περικάρπια
γενική περικαρπίου περικαρπίων
αιτιατική περικάρπιο περικάρπια
κλητική περικάρπιο περικάρπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περικάρπιο < αρχαία ελληνική περικάρπιον < περί + καρπός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περικάρπιο ουδέτερο

  1. (βοτανική) το περίβλημα του καρπού των φυτών, μέσα στο οποίο βρίσκεται το σπέρμα. Διακρίνεται, από μέσα προς τα έξω, σε ενδοκάρπιο, μεσοκάρπιο και εξωκάρπιο ή επικάρπιο
    Υπάρχουν πολλές ποικιλίες φουντουκιάς που καλλιεργούνται στη χώρα μας. (...) Έχει λεπτό περικάρπιο που αποχωρίζεται εύκολα από το σπέρμα του. (*)
  2. οτιδήποτε φοριέται ή τυλίγεται γύρω από τον καρπό του χεριού
    Πολλά από τα αρχαία που είχε στην κατοχή του ο αρχαιοκάπηλος είναι της 3ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για 18 νεολιθικά ειδώλια, 93 λίθινα εργαλεία, τρία χάλκινα περίαπτα (...), 2 χάλκινα περικάρπια, ένα περιλαίμιο και ένα πήλινο ομοίωμα νεολιθικής οικίας. (*)

32πχ Μεταφράσεις[]