περονόσπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πεπονόσπορος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περονόσπορος περονόσποροι
γενική περονόσπορου περονόσπορων
αιτιατική περονόσπορο περονόσπορους
κλητική περονόσπορε περονόσποροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περονόσπορος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική peronospora < αρχαία ελληνική περόνη + σπορά (αντί για το σωστό σπόρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περονόσπορος αρσενικό

  • συχνή ασθένεια φυτών που οφείλεται σε ομώνυμο μύκητα και που προκαλεί στα φύλλα ακανόνιστες καφεκόκκινες κηλίδες. Τα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν. Στα ζωντανά φυτά παράγει σπόρους που μεταφέρονται με τον αέρα και μπορούν να αντέξουν σε μη-ευνοϊκές περιόδους.

Εκφράσεις[]

  • έπεσε περονόσπορος: υπάρχει έλλειψη σε κάτι

32πχ Μεταφράσεις[]