περονόσπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περονόσπορος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περονόσπορος αρσενικό

  • συχνή ασθένεια φυτών που προκαλεί στα φύλλα ακανόνιστες καφεκόκκινες κηλίδες. Τα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν. Στα ζωντανά φυτά παράγει σπόρους που μεταφέρονται με τον αέρα και μπορούν να αντέξουν σε μη-ευνοϊκές περιόδους.


Εκφράσεις[]

  • έπεσε περονόσπορος: υπάρχει έλλειψη σε κάτι

32πχ Μεταφράσεις[]