πετώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πετώ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
πετώ
- (αμετάβατο) μετακινούμαι στον αέρα
- (μεταφορικά) είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατήτων μου
- (μεταφορικά) πηγαίνω πολύ γρήγορα
- (μεταβατικό) ρίχνω με κάποιο αντικείμενο στον αέρα ώστε να εκτελέσει πτήση
- (μεταβατικό) ρίχνω με δύναμη κάποιο αντικείμενο (προς οποιαδήποτε κατεύθυνση)
- (μεταβατικό) απορρίπτω κάτι ως άχρηστο, πχ βάζοντάς το σε κάδο σκουπιδιών
- (μεταφορικά) σκορπώ (για χρήματα)
- (μεταφορικά) διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο
- (μεταφορικά) μεταφέρω κάποιον κάπου γρήγορα
[
]
Μεταφράσεις
μετακινούμαι στον αέρα