πετώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πετώ < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ρήμα

πετώ

  1. (αμετάβατο) μετακινούμαι στον αέρα
  2. (μεταφορικά) είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατήτων μου
  3. (μεταφορικά) πηγαίνω πολύ γρήγορα
  4. (μεταβατικό) ρίχνω με κάποιο αντικείμενο στον αέρα ώστε να εκτελέσει πτήση
  5. (μεταβατικό) ρίχνω με δύναμη κάποιο αντικείμενο (προς οποιαδήποτε κατεύθυνση)
  6. (μεταβατικό) απορρίπτω κάτι ως άχρηστο, πχ βάζοντάς το σε κάδο σκουπιδιών
  7. (μεταφορικά) σκορπώ (για χρήματα)
  8. (μεταφορικά) διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο
  9. (μεταφορικά) μεταφέρω κάποιον κάπου γρήγορα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες