πετώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πετώ < ελληνιστική κοινή πετάω και πετῶ < αρχαία ελληνική πετῶ (στην αττική) και πετάννυμι και πεταννύω και πήτνυμι (ποιητικός τύπος) (αλλά και πέτομαι και πέταμαι για τα πτηνά και τα λόγια, αφού τότε τίποτα άλλο δεν πετούσε)
Ρήμα [
]
πετώ
- (αμετάβατο) μετακινούμαι στον αέρα
- Πετάω για Σίδνεϊ σε μία ώρα
- (μεταφορικά) είμαι πολύ ικανός, αποδίδω στο έπακρο των δυνατοτήτων μου, νιώθω αγαλλίαση, μεγάλη χαρά
- Πετάει σήμερα η ομάδα -Πετάει ο γιός μας από τη χαρά του
- (μεταφορικά) πηγαίνω κάπου κοντά πολύ γρήγορα ή μεταφέρω κάποιον άλλον
- Θέλεις να σε πετάξω με το αμάξι να μην ταλαιπωρείσαι με τις συγκοινωνίες;
- (μεταβατικό) ρίχνω με κάποιο αντικείμενο στον αέρα ώστε να εκτελέσει πτήση
- Πετάω τη μπάλα, το χαρταετό
- (μεταβατικό) ρίχνω με δύναμη κάποιο αντικείμενο (προς οποιαδήποτε κατεύθυνση)
- Του πέταξε την πιατέρα στο κεφάλι!
- (μεταβατικό) απορρίπτω κάτι ως άχρηστο, π.χ. βάζοντάς το σε κάδο σκουπιδιών
- Θα πετάξω τα παλιά σου παπούτσια, γιατί τρύπησαν
- (μεταφορικά) σκορπώ (για χρήματα)
- Μην πετάς λεφτά, αυτά τα παπούτσια φοριώνται ακόμη
- (μεταφορικά) διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο
- Όταν όμως το παρατράβηξε, τον πέταξαν έξω πυξ λαξ
Σύνθετα[
]
Δείτε επίσης [
]
[
]
- πετούμενο (έντομο)
- πεταχτός
- πεταμένος (άδικος)
- (λαϊκότροπο) του πεταματού
- πέταγμα στο ουρανό πέταμα στα σκουπίδια
- ιπτάμενος και ίπταμαι
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μεταφράσεις[
]
μετακινούμαι στον αέρα