πηδάω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πηδάω < αρχαία ελληνική πηδάω
Ρήμα [
]
πηδάω
- οικειοθελώς μεταφέρομαι από ένα σημείο σε κάποιο άλλο παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο
- λυγίζω τα πόδια μου και εκτινάσσομαι προς τα πάνω και τελικά είτε πέφτω πάλι στο ίδιο σημείο είτε σε άλλο σημείο
- (κατ' επέκταση) πέφτω (από κάπου)
- πήδηξε από το μπαλκόνι στην αυλή και έσπασε το πόδι του
- (κατ' επέκταση) πέφτω (από κάπου)
- παραλείπω κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα
- για λόγους συντομίας θα πηδήξουμε το δεύτερο κεφάλαιο και θα διαβάσουμε κατευθείαν το τρίτο
- αλλάζω θέμα συζήτησης ξαφνικά
- δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε αν πηδάς από το ένα θέμα στο άλλο
- λυγίζω τα πόδια μου και εκτινάσσομαι προς τα πάνω και τελικά είτε πέφτω πάλι στο ίδιο σημείο είτε σε άλλο σημείο
- (οικείο) κάνω έρωτα
Εκφράσεις [
]
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
πηδάω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
πηδάω
- πηδάω
- (ειδικότερα) (για την καρδιά) χτυπάω