πηδάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πηδάω < αρχαία ελληνική πηδάω

Open book 01.svg Ρήμα[]

πηδάω

  1. οικειοθελώς μεταφέρομαι από ένα σημείο σε κάποιο άλλο παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο
    • λυγίζω τα πόδια μου και εκτινάσσομαι προς τα πάνω και τελικά είτε πέφτω πάλι στο ίδιο σημείο είτε σε άλλο σημείο
      • (κατ’ επέκταση) πέφτω (από κάπου)
        πήδηξε από το μπαλκόνι στην αυλή και έσπασε το πόδι του
    • παραλείπω κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα
      για λόγους συντομίας θα πηδήξουμε το δεύτερο κεφάλαιο και θα διαβάσουμε κατευθείαν το τρίτο
    • αλλάζω θέμα συζήτησης ξαφνικά
      δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε αν πηδάς από το ένα θέμα στο άλλο
  2. (οικείο) κάνω έρωτα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πηδάω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

πηδάω

  1. πηδάω
  2. (ειδικότερα) (για την καρδιά) χτυπάω