πιγκουίνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πιγκουίνος | πιγκουίνοι |
| γενική | πιγκουίνου | πιγκουίνων |
| αιτιατική | πιγκουίνο | πιγκουίνους |
| κλητική | πιγκουίνε | πιγκουίνοι |
[
]
Ετυμολογία
- πιγκουίνος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πιγκουίνος αρσενικό
- (ορνιθολογία) πουλί του νοτίου ημισφαιρίου που δεν πετά