πικραλίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πικραλίδα | πικραλίδες |
| γενική | πικραλίδας | πικραλίδων |
| αιτιατική | πικραλίδα | πικραλίδες |
| κλητική | πικραλίδα | πικραλίδες |
[
]
Ετυμολογία
- πικραλίδα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πικραλίδα θηλυκό
- ποώδες άγριο φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες (το Taraxacum officinale ή το Cichorium intybus)