πιονιέρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιονιέρος πιονιέροι
γενική πιονιέρου πιονιέρων
αιτιατική πιονιέρο πιονιέρους
κλητική πιονιέρε πιονιέροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πιονιέρος < γαλλική pionnier < μέση γαλλική pionier (=πεζικάριος) < αρχαία γαλλικά peonier < peon (=πεζικάριος) < υστερολατινική pedo < pes < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds· συγγενές με το (γαλλικά) pion > (νέα ελληνική) πιόνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πιονιέρος αρσενικό (θηλυκό: πιονιέρισσα)

  1. αυτός που πρωτοπορεί
    Με τις φάτσες των υπολοίπων επιβατών ολοκληρώνεται μια ανθρωπογεωγραφία της Άγριας Δύσης: πιονιέροι, άξεστοι τυχοδιώκτες και μεθύστακες κυνηγοί, φανατισμένοι ιεραπόστολοι που ξορκίζουν τους ειδωλολάτρες «κοκκινομούρηδες». (*)
  2. (σε κομμουνιστικές χώρες) μέλος μιας ομάδας παιδιών, που κατευθύνεται από το κράτος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]