πιπίλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιπίλα πιπίλες
γενική πιπίλας πιπίλων
αιτιατική πιπίλα πιπίλες
κλητική πιπίλα πιπίλες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πιπίλα < πιπιλίζω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πιπίλα (1)

πιπίλα θηλυκό

  1. πλαστικό ομοίωμα θηλής που λειτουργεί ως υποκατάστατο της μητρικής θηλής για τα μωρά
  2. πλαστικό εξάρτημα για μπιμπερό από όπου πίνεται το περιεχόμενο
  3. οτιδήποτε χρησιμεύει για πιπίλισμα
  4. (μεταφορικά) επαναλαμβανόμενη αναφορά σε κάτι που καταντάει κουραστική

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες