πιπίλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πιπίλα | πιπίλες |
| γενική | πιπίλας | πιπίλων |
| αιτιατική | πιπίλα | πιπίλες |
| κλητική | πιπίλα | πιπίλες |
[
]
Ετυμολογία
- πιπίλα < πιπιλίζω
[
]
Ουσιαστικό
πιπίλα θηλυκό
- πλαστικό ομοίωμα θηλής που λειτουργεί ως υποκατάστατο της μητρικής θηλής για τα μωρά
- πλαστικό εξάρτημα για μπιμπερό από όπου πίνεται το περιεχόμενο
- οτιδήποτε χρησιμεύει για πιπίλισμα
- (μεταφορικά) επαναλαμβανόμενη αναφορά σε κάτι που καταντάει κουραστική