πιστωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιστωτής πιστωτές
γενική πιστωτή πιστωτών
αιτιατική πιστωτή πιστωτές
κλητική πιστωτή πιστωτές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πιστωτής < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πιστωτής αρσενικό

  1. πρόσωπο ή εταιρία στην οποία χρωστά κάποιος, μετά από την παροχή υπηρεσιών, αγαθών, ή χρημάτων χωρίς άμεση ανταμοιβή


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες