πιστωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιστωτής πιστωτές
γενική πιστωτή πιστωτών
αιτιατική πιστωτή πιστωτές
κλητική πιστωτή πιστωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πιστωτής < πιστώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πιστωτής αρσενικό

  1. πρόσωπο ή εταιρία στην οποία χρωστά κάποιος, μετά από την παροχή υπηρεσιών, αγαθών, ή χρημάτων χωρίς άμεση ανταμοιβή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]