πιστός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πιστός < από τη λέξη πίστη
[
]
Ουσιαστικό
πιστός αρσενικό
- αυτός που πιστεύει, που ακολουθεί μια θρησκεία
- η εκκλησία είχε γεμίσει από πιστούς
[
]
Μεταφράσεις
πιστός
[
]
Επίθετο
- που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον
- πιστός φίλος, πιστός στις συνήθειές του
- που δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη προς κάποιον ή κάτι.
- πιστός οπαδός ενός κόμματος ή μιας ομάδας
- ολόιδιος, ακριβής
- πιστό φωτοαντίγραφο