πιστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πιστός < πίστη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pi.ˈstɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pi.ˈsti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pi.ˈstɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πιστός αρσενικό

  1. αυτός που πιστεύει, που ακολουθεί μια θρησκεία
    η εκκλησία είχε γεμίσει από πιστούς

32πχ Μεταφράσεις[]


πτώση ενικός
ονομαστική πιστός πιστή πιστό
γενική πιστού πιστής πιστού
αιτιατική πιστό πιστή πιστό
κλητική πιστέ πιστή πιστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πιστοί πιστές πιστά
γενική πιστών πιστών πιστών
αιτιατική πιστούς πιστές πιστά
κλητική πιστοί πιστές πιστά

Open book 01.svg Επίθετο[]

πιστός , -ή , -ό

  1. που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον
    πιστός φίλος, πιστός στις συνήθειές του
  2. που δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη προς κάποιον ή κάτι.
    πιστός οπαδός ενός κόμματος ή μιας ομάδας
  3. ολόιδιος, ακριβής
    πιστό φωτοαντίγραφο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]