πλάτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάτος | πλάτη |
| Γενική | πλάτους | πλατών |
| Αιτιατική | πλάτος | πλάτη |
| Κλητική | πλάτος | πλάτη |
Ετυμολογία
- πλάτος < αρχαία ελληνική πλάτος < πλατύς
Ουσιαστικό
πλάτος ουδέτερο
- η δεύτερη μεγαλύτερη διάσταση των στερεών σωμάτων
- (Ορολογία) το (μαθηματικό) σύνολο όλων των αντικειμένων που αντιπροσωπεύει μια έννοια (ο ορισμός έχει διεθνώς τυποποιηθεί με το πρότυπο ISO 1087-1:2000)
συνώνυμα: έκταση
- Παραδείγματα
- πλάτος της (ατομικής) έννοιας «Πανεπιστήμιο Αθηνών» είναι το μονοσύνολο (σύνολο με ένα μόνο στοιχείο):
- Π = {Πανεπιστήμιο Αθηνών (ως ένα και μόνο αντικείμενο)}
- πλάτος της (ατομικής) έννοιας «τετράγωνο του 2» είναι το μονοσύνολο:
- Π = {4}
- πλάτος της (γενικής) έννοιας «φυσικός αριθμός» είναι το απειροσύνολο:
- Π = {1, 2, 3, ...}
- πλάτος της (γενικής) έννοιας «ομηρικό έπος» είναι το δισύνολο:
- Π = {Ιλιάδα, Οδύσσεια}
Εκφράσεις
- γεωγραφικό πλάτος: η γωνιακή απόσταση ενός σημείου της Γης ή της ουράνιας σφαίρας από τον Ισημερινό. Μετριέται σε μοίρες.
- το γεωγραφικό πλάτος της Αθήνας είναι 38°
Συγγενικές λέξεις
- → βλέπε λέξη: πλατύς