|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
πλέξει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
πλέκοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
πλέκω |
πλέκεις |
πλέκει |
πλέκο(υ)με |
πλέκετε |
πλέκουν(ε) |
| παρατατικός |
έπλεκα |
έπλεκες |
έπλεκε |
πλέκαμε |
πλέκατε |
έπλεκαν |
| αόριστος |
έπλεξα |
έπλεξες |
έπλεξε |
πλέξαμε |
πλέξατε |
έπλεξαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα πλέκω |
θα πλέκεις |
θα πλέκει |
θα πλέκο(υ)με |
θα πλέκετε |
θα πλέκουν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα πλέξω |
θα πλέξεις |
θα πλέξει |
θα πλέξο(υ)με |
θα πλέξετε |
θα πλέξουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω πλέξει |
έχεις πλέξει |
έχει πλέξει |
έχο(υ)με πλέξει |
έχετε πλέξει |
έχουν(ε) πλέξει |
| παρακείμενος β' |
έχω πλεγμένο |
έχεις πλεγμένο |
έχει πλεγμένο |
έχο(υ)με πλεγμένο |
έχετε πλεγμένο |
έχουν(ε) πλεγμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα πλέξει |
είχες πλέξει |
είχε πλέξει |
είχαμε πλέξει |
είχατε πλέξει |
είχαν(ε) πλέξει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα πλεγμένο |
είχες πλεγμένο |
είχε πλεγμένο |
είχαμε πλεγμένο |
είχατε πλεγμένο |
είχαν(ε) πλεγμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω πλέξει |
θα έχεις πλέξει |
θα έχει πλέξει |
θα έχο(υ)με πλέξει |
θα έχετε πλέξει |
θα έχουν(ε) πλέξει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω πλεγμένο |
θα έχεις πλεγμένο |
θα έχει πλεγμένο |
θα έχο(υ)με πλεγμένο |
θα έχετε πλεγμένο |
θα έχουν(ε) πλεγμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να πλέκω |
να πλέκεις |
να πλέκει |
να πλέκο(υ)με |
να πλέκετε |
να πλέκουν(ε) |
| αόριστος |
να πλέξω |
να πλέξεις |
να πλέξει |
να πλέξο(υ)με |
να πλέξετε |
να πλέξουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω πλέξει |
να έχεις πλέξει |
να έχει πλέξει |
να έχο(υ)με πλέξει |
να έχετε πλέξει |
να έχουν(ε) πλέξει |
| παρακείμενος β' |
να έχω πλεγμένο |
να έχεις πλεγμένο |
να έχει πλεγμένο |
να έχο(υ)με πλεγμένο |
να έχετε πλεγμένο |
να έχουν(ε) πλεγμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
πλέκε |
|
|
πλέκετε |
|
| αόριστος |
|
πλέξε |
|
|
πλέξτε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε πλεγμένο |
|
|
έχετε πλεγμένο |
|
|