πλέκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλέκω <αρχαία ελληνική πλέκω

Open book 01.svg Ρήμα []

πλέκω

  1. φτιάχνω ένα μάλλινο ρούχο χρησιμοποιώντας βελόνες
    Η γιαγιά μου έπλεκε κάθε μέρα ένα μάλλινο πουλόβερ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Plume ombre.png Κλίση []


32πχ Μεταφράσεις []