πλέκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλέκω < αρχαία ελληνική πλέκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈplɛ.kɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

πλέκω, παθητικό: πλέκομαι

  1. φτιάχνω ένα αντικείμενο δημιουργώντας ένα πλέγμα ινών ή άλλου υλικού
    1. φτιάχνω ένα μάλλινο ρούχο χρησιμοποιώντας βελόνες
      Η γιαγιά μου έπλεκε κάθε μέρα ένα μάλλινο πουλόβερ.
    2. φτιάχνω ένα δοχείο (καλάθι, κάνιστρο κλπ) από βέργες ή ψάθα
  2. (μεταφορικά)
    1. πλέκω στίχους/μαντινάδες: συνθέτω ποίημα, στίχους τραγουδιού, μαντινάδα κλπ
    2. πλέκω το εγκώμιο (κάποιου): εγκωμιάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]