πλήρης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | πλήρης | πλήρης | πλήρες |
| γενική | πλήρους | πλήρους | πλήρους |
| αιτιατική | πλήρη | πλήρη | πλήρες |
| κλητική | πλήρη(ς) | πλήρης | πλήρες |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | πλήρεις | πλήρεις | πλήρη |
| γενική | πλήρων | πλήρων | πλήρων |
| αιτιατική | πλήρεις | πλήρεις | πλήρη |
| κλητική | πλήρεις | πλήρεις | πλήρη |
[
]
Ετυμολογία
- πλήρης < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
πλήρης
- που έχει γεμίσει και δε χωράει άλλο
- με μεγάλη ποσότητα από κάτι, γεμάτος
- πλήρης ημερών: για κάποιον που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα
- (μεταφορικά) : ''πλήρης χαράς
- ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις
- στον υπέρτατο βαθμό