πλαίσιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πλαίσιο | πλαίσια |
| γενική | πλαισίου | πλαισίων |
| αιτιατική | πλαίσιο | πλαίσια |
| κλητική | πλαίσιο | πλαίσια |
[
]
Ετυμολογία
- πλαίσιο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πλαίσιο ουδέτερο