πλαστός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πλαστός < αρχαία ελληνική πλαστός < πλάθω
Επίθετο [
]
πλαστός -ή -ό
- ο επινοημένος, που είναι προϊόν της φαντασίας
- οι παραλογές έχουν πλαστή υπόθεση
- ο κίβδηλος, ο ψεύτικος, όχι γνήσιος
- πλαστή υπογραφή, πλαστό χαρτονόμισμα
Μεταφράσεις [
]
πλαστός
|