πλειοψηφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλειοψηφία πλειοψηφίες
γενική πλειοψηφίας πλειοψηφιών
αιτιατική πλειοψηφία πλειοψηφίες
κλητική πλειοψηφία πλειοψηφίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πλειοψηφία < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής πλειοψηφία < πλείων + ψήφος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /pli.ɔ.psi.ˈfi.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πλειοψηφία θηλυκό ή πλειονοψηφία

  • οι ψήφοι που υπερτερούν αριθμητικά σε μια εκλογική διαδικασία
το κόμμα μας πήρε την πλειοψηφία
  • το μεγαλύτερο μέρος ενός συνόλου
η πλειοψηφία των προϊόντων αυτής της εταιρείας είναι χαμηλής ποιότητας
  • η παράταξη που πήρε τις περισσότερες ψήφους ή έδρες σε μια εκλογική διαδικασία
    η κυβερνητική πλειοψηφία υπερψήφισε το νομοσχέδιο

[] Εκφράσεις

  • απόλυτη πλειοψηφία: το 50%+1 των ψήφων σε μια ψηφοφορία ή των εδρών σε ένα σώμα
  • αυτοδύναμη πλειοψηφία: το 50%+1 των εδρών στη Βουλή που επιτρέπει στο πρώτο κόμμα να κυβερνήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη