πληθυντικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική πληθυντικός πληθυντική πληθυντικό
γενική πληθυντικού πληθυντικής πληθυντικού
αιτιατική πληθυντικό πληθυντική πληθυντικό
κλητική πληθυντικέ πληθυντική πληθυντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληθυντικοί πληθυντικές πληθυντικά
γενική πληθυντικών πληθυντικών πληθυντικών
αιτιατική πληθυντικούς πληθυντικές πληθυντικά
κλητική πληθυντικοί πληθυντικές πληθυντικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πληθυντικός < μεταγενέστερη ελληνική πληθυντικός < αρχαία ελληνική πληθύνω < πληθύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pli.θin.di.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

πληθυντικός αρσενικό

  1. (γραμματική) οι μορφές ενός κλιτού μέρους του λόγου που αναφέρονται σε περισσάτερα από ένα. Επίσης υπάρχει και ο ενικός αριθμός, όπως υπήρχε και ο δυϊκός.
  2. που αυξάνεται συνεχώς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]