πλημμυρίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλημμυρίδα πλημμυρίδες
γενική πλημμυρίδας πλημμυρίδων
αιτιατική πλημμυρίδα πλημμυρίδες
κλητική πλημμυρίδα πλημμυρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλημμυρίδα < αρχαία ελληνική πλημυρίς ή πλημμυρίς. Η γραφή με δύο μ των ομόρριζων αρχαιοελληνικών λέξεων απαντάται σε πολλούς κώδικες και δικαιολογείται ως προϊόν παρετυμολόγησης από το πλήν + μύρομαι (βλέπε Liddell-Scott στο λήμμα πλημυρίς). Το λεξικό Μπαμπινιώτη προτείνει την γραφή και των νεοελληνικών ομόρριζων λέξεων με ένα μ ως ετυμολογικά ορθή.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλημμυρίδα θηλυκό

  1. η μία από τις δύο φάσεις της παλίρροιας, αυτή κατά την οποία η στάθμη των νερών της θάλασσας ανεβαίνει

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]