|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
πληρώσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
πληρώνοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
πληρώνω |
πληρώνεις |
πληρώνει |
πληρώνουμε |
πληρώνετε |
πληρώνουν |
| παρατατικός |
πλήρωνα |
πλήρωνες |
πλήρωνε |
πληρώναμε |
πληρώνατε |
πλήρωναν |
| αόριστος |
πλήρωσα |
πλήρωσες |
πλήρωσε |
πληρώσαμε |
πληρώσατε |
πλήρωσαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα πληρώνω |
θα πληρώνεις |
θα πληρώνει |
θα πληρώνουμε |
θα πληρώνετε |
θα πληρώνουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα πληρώσω |
θα πληρώσεις |
θα πληρώσει |
θα πληρώσουμε |
θα πληρώσετε |
θα πληρώσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω πληρώσει |
έχεις πληρώσει |
έχει πληρώσει |
έχουμε πληρώσει |
έχετε πληρώσει |
έχουν πληρώσει |
| παρακείμενος β' |
έχω πληρωμένο |
έχεις πληρωμένο |
έχει πληρωμένο |
έχο(υ)με πληρωμένο |
έχετε πληρωμένο |
έχουν(ε) πληρωμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα πληρώσει |
είχες πληρώσει |
είχε πληρώσει |
είχαμε πληρώσει |
είχατε πληρώσει |
είχαν πληρώσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα πληρωμένο |
είχες πληρωμένο |
είχε πληρωμένο |
είχαμε πληρωμένο |
είχατε πληρωμένο |
είχαν(ε) πληρωμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω πληρώσει |
θα έχεις πληρώσει |
θα έχει πληρώσει |
θα έχουμε πληρώσει |
θα έχετε πληρώσει |
θα έχουν πληρώσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω πληρωμένο |
θα έχεις πληρωμένο |
θα έχει πληρωμένο |
θα έχο(υ)με πληρωμένο |
θα έχετε πληρωμένο |
θα έχουν(ε) πληρωμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να πληρώνω |
να πληρώνεις |
να πληρώνει |
να πληρώνουμε |
να πληρώνετε |
να πληρώνουν |
| αόριστος |
να πληρώσω |
να πληρώσεις |
να πληρώσει |
να πληρώσουμε |
να πληρώσετε |
να πληρώσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω πληρώσει |
να έχεις πληρώσει |
να έχει πληρώσει |
να έχουμε πληρώσει |
να έχετε πληρώσει |
να έχουν πληρώσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω πληρωμένο |
να έχεις πληρωμένο |
να έχει πληρωμένο |
να έχο(υ)με πληρωμένο |
να έχετε πληρωμένο |
να έχουν(ε) πληρωμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
πλήρωνε |
|
|
πληρώνετε |
|
| αόριστος |
|
πλήρωσε |
|
|
πληρώστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε πληρωμένο |
|
|
έχετε πληρωμένο |
|
|