πλιάτσικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλιάτσικο πλιάτσικα
γενική πλιάτσικου πλιάτσικων
αιτιατική πλιάτσικο πλιάτσικα
κλητική πλιάτσικο πλιάτσικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλιάτσικο < αλβανική plaçkë (=λάφυρο) < σλαβική pljatška

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpʎa.ʦi.kɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλιάτσικο ουδέτερο

  • η λεηλασία, η αρπαγή πλούτου και αντικειμένων αξίας σε καιρό πολέμου ή σε άλλες έκρυθμες καταστάσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]