πνευματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πνευματικός πνευματική πνευματικό
γενική πνευματικού πνευματικής πνευματικού
αιτιατική πνευματικό πνευματική πνευματικό
κλητική πνευματικέ πνευματική πνευματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πνευματικοί πνευματικές πνευματικά
γενική πνευματικών πνευματικών πνευματικών
αιτιατική πνευματικούς πνευματικές πνευματικά
κλητική πνευματικοί πνευματικές πνευματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνευματικός < ελληνιστική κοινή πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pnɛv.ma.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πνευματικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το πνεύμα και (κυρίως ως διανοητική εργασία ή ικανότητα), διανοητικός
    πνευματική ελευθερία
  2. που έχει σχέση με το πνεύμα (σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο)
    πνευματική υπόσταση
  3. αεροκίνητος
    πνευματικά εργαλεία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνευματικός < μεσαιωνική ελληνική πνευματικός > ουσιαστικοποίηση του ελληνιστικού επιθέτου, πνευματικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pnɛv.ma.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πνευματικός αρσενικό

πήγε στον πνευματικό του για εξομολόγηση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]