πνευματώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνευματώδης < πνεύμα + κατ.-ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πνευματώδης

  1. άνθρωπος με έξυπνο χιούμορ, ευφυής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]