πνεύμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πνεῦμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πνεύμα πνεύματα
γενική πνεύματος πνευμάτων
αιτιατική πνεύμα πνεύματα
κλητική πνεύμα πνεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πνεύμα < αρχαία ελληνική (πνεῦμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πνεύμα ουδέτερο

  1. ο νους του ανθρώπου, ατομικά ή συλλογικά
    η δημιουργία του πολιτισμού είναι η κορυφαία εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος
  2. το άυλο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σε αντιδιαστολή με το σώμα
    δεν ενδιαφέρεται για τα υλικά αγαθά παρά μόνο για το πνεύμα
  3. η ψυχή του ανθρώπου
    παρέδωσε το πνεύμα: πέθανε
  4. μη υλική οντότητα, π.χ. κατώτερη θεότητα, η ψυχή ενός νεκρού ή ένα φάντασμα
    ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί με το πνεύμα του παππού της
  5. ο ιδιαίτερος χαρακτήρας, η ιδιαίτερη σημασία κάποιου πράγματος
    το πνεύμα της εποχής, το πνεύμα του βιβλίου, της συζήτησης κ.λπ
  6. o αστεϊσμός, το χιούμορ
    του αρέσει να κάνει πνεύμα
  7. (γραμματική) διακριτικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής το οποίο δεν υποδεικνύει τη συλλαβή τονισμού αλλά στην αρχαιότητα πιθανότατα έδειχνε μεταβολή στον τρόπο προφοράς του γράμματος
    η ψιλή και η δασεία είναι δύο πνεύματα που χρησιμοποιήθηκαν στο ελληνικό πολυτονικό σύστημα γραφής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]