ποιέω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- ποιέω < το θέμα ποι- με πρόσφυμα -ε-
[
]
Ρήμα
ποιέω-ποιῶ, και ποιέομαι-ποιοῦμαι
- ενεργώ, κατασκευάζω, πράττω, κάμνω, δημιουργώ
- με αιτιατικη, καθιστώ κάποιον κάτι, του δίνω μια ιδιότητα (π.χ. τον προάγω) ή του προξενώ κάτι ή τον κάνω να προβεί σε μια ενέργεια (συντασσόμενο με αιτιατική και απαρέμφατο)
- ποιῶ τινά στρατηγόν
[
] Εκφράσεις
περί πολλοῦ ποιῦμαι τι (δίνω σε κάτι μεγάλη σημασία)
εὖ ποιῶ και εὖ ποιοῦμαι (ευεργετώ και ευεργετούμαι)
κακῶς ποιῶ (βλάπτω)
ὁδόν ποιοῦμαι πλοῦν ποιοῦμαι (προχωρώ, πορεύομαι στοδρόμο ή δια θαλάσσης, πλέω)
πόλεμον ποιοῦμαι (πολεμώ)
λόγον ποιοῦμαι (λέγω)
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
- ἀντιποιῶ (ανταποδίδω)
- ἀντιποιοῦμαι (επιδιώκω, εγείρω αξιώσεις, φιλονεικώ)
- ἐκποιῶ (τελειοποιώ, κατασκευάζω εξ ολοκλήρου, αλλά και απαλλοτριώνω)
- ἐκποιοῦμαι (παράγω, γεννώ)
- μεταποιῶ (κατασκευάζω εκ νέου, μετασχηματίζω)
- μεταποιοῦμαι (οικειοποιούμαι, ιδιοποιούμαι)
- παραποιῶ (νοθεύω, παρεισάγω σε ποίημα)
- προσποιῶ (προσάπτω, προσθέτω)
- προσποιοῦμαι (προσελκύω, προσκτώμαι, ιδιοποιούμαι, υποκρίνομαι)
|
|
|
|---|---|
| Ενεστώτας | ποιῶ |
| Παρατατικός | ἐποίουν |
| Μέλλοντας | ποιήσω |
| Αόριστος | ἐποίησα |
| Παρακείμενος | πεποίηκα και πεποιηκώς εἰμί |
| Υπερσυντέλικος | ἐπεποιήκειν και πεποιηκώς ᾖν |
|
|
|
|---|---|
| Ενεστώτας | ποιοῦμαι |
| Παρατατικός | ἐποιούμην |
| Μέλλοντας | ποιήσομαι - Παθητ. ποιηθήσομαι |
| Αόριστος | ἐποιησάμην - Παθητ. ἐποιήθην |
| Παρακείμενος | πεποίημαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐπεποιήμειν |