ποιέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιέω < το θέμα ποι- με πρόσφυμα -ε-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ποιέω-ποιῶ, και ποιέομαι-ποιοῦμαι

  1. ποιώ, ενεργώ, κατασκευάζω, πράττω, κάμνω, δημιουργώ
  2. με αιτιατικη, καθιστώ κάποιον κάτι, του δίνω μια ιδιότητα (π.χ. τον προάγω) ή του προξενώ κάτι ή τον κάνω να προβεί σε μια ενέργεια (συντασσόμενο με αιτιατική και απαρέμφατο)
    ποιῶ τινά στρατηγόν

Εκφράσεις[επεξεργασία]

περί πολλοῦ ποιῦμαι τι (δίνω σε κάτι μεγάλη σημασία)

εὖ ποιῶ και εὖ ποιοῦμαι (ευεργετώ και ευεργετούμαι)

κακῶς ποιῶ (βλάπτω)

ὁδόν ποιοῦμαι πλοῦν ποιοῦμαι (προχωρώ, πορεύομαι στοδρόμο ή δια θαλάσσης, πλέω)

πόλεμον ποιοῦμαι (πολεμώ)

λόγον ποιοῦμαι (λέγω)

πολλὰ ποιῶν ἐκ τοῦ ἑνός, ὅπερ φασὶ τοὺς συντρίβοντάς τι ἑκάστοτε οἱ σκώπτοντες: "ότι από ένα έφτιαξες πολλά", όπως λένε οι χωρατατζήδες σε όποιους σπάζουν κάτι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

  • ἀντιποιῶ (ανταποδίδω)
  • ἀντιποιοῦμαι (επιδιώκω, εγείρω αξιώσεις, φιλονεικώ)
  • ἐκποιῶ (τελειοποιώ, κατασκευάζω εξ ολοκλήρου, αλλά και απαλλοτριώνω)
  • ἐκποιοῦμαι (παράγω, γεννώ)
  • μεταποιῶ (κατασκευάζω εκ νέου, μετασχηματίζω)
  • μεταποιοῦμαι (οικειοποιούμαι, ιδιοποιούμαι)
  • παραποιῶ (νοθεύω, παρεισάγω σε ποίημα)
  • προσποιῶ (προσάπτω, προσθέτω)
  • προσποιοῦμαι (προσελκύω, προσκτώμαι, ιδιοποιούμαι, υποκρίνομαι)


Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας ποιῶ
Παρατατικός ἐποίουν
Μέλλοντας ποιήσω
Αόριστος ἐποίησα
Παρακείμενος πεποίηκα και πεποιηκώς εἰμί
Υπερσυντέλικος ἐπεποιήκειν και πεποιηκώς ᾖν
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας ποιοῦμαι
Παρατατικός ἐποιούμην
Μέλλοντας ποιήσομαι - Παθητ. ποιηθήσομαι
Αόριστος ἐποιησάμην - Παθητ. ἐποιήθην
Παρακείμενος πεποίημαι
Υπερσυντέλικος ἐπεποιήμειν




Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ποιώ