πολίτευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολίτευμα πολιτεύματα
γενική πολιτεύματος πολιτευμάτων
αιτιατική πολίτευμα πολιτεύματα
κλητική πολίτευμα πολιτεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πολίτευμα < αρχ. πολίτευμα < πολιτεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πολίτευμα ουδέτερο

  • πολιτειακό καθεστώς
  • (νομ) το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής εξουσίας σ' ένα κράτος


32πχ Μεταφράσεις[]