πολλαπλασιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολλαπλασιασμός πολλαπλασιασμοί
γενική πολλαπλασιασμού πολλαπλασιασμών
αιτιατική πολλαπλασιασμό πολλαπλασιασμούς
κλητική πολλαπλασιασμέ πολλαπλασιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πολλαπλασιασμός < μεταγενέστερη ελληνική πολλαπλασιασμός < πολλαπλασιάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πολλαπλασιασμός αρσενικό

  1. σημαντική αύξηση μιας ποσότητας
  2. αναπαραγωγή ζώντων οργανισμών
  3. πράξη της αριθμητικής που, από δυο παράγοντες, α και β (τον πολλαπλασιαστέο και τον πολλαπλασιαστή), παράγει ένα αποτέλεσμα (το γινόμενο). Αυτό ισούται με το άθροισμα β παραγόντων ίσων με α
    εάν α = 20 και β = 5, τότε 20+20+20+20+20=100, και γράφουμε 20 x 5 = 100
    Σύμβολο: x

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]