πολυμήχανος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πολυμήχανος < αρχαία ελληνική πολυμήχανος < πολύς + μηχανοῦμαι
[
]
Επίθετο
πολυμήχανος
- αυτός που επινοεί πολλά τεχνάσματα