πομπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πομπή πομπές
γενική πομπής πομπών
αιτιατική πομπή πομπές
κλητική πομπή πομπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πομπή < αρχαία ελληνική πομπή < πέμπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πομπή θηλυκό

  1. πορεία ανθρώπων ή οχημάτων σε τάξη, τελετουργικά, σε θρησκευτική εκδήλωση ή σε γιορτή
    Η πομπή του Επιταφίου
    Η πομπή της κηδείας
    Η πομπή των Παναθηναίων
  2. εικόνα που προσομοιάζει σε επίσημη πομπή
    Είχε απίστευτη κίνηση στο δεξί διάζωμα γιατί έκαναν έργα στο αριστερό και στο μεσαίο, πηγαίναμε ο ένας πίσω από τον άλλο σε μια ατελείωτη πομπή
  3. διασυρμός, με τη μεσαιωνική έννοια (και μπομπή : αίσχη, κάτι ντροπιαστικό που θέλει να κρύψει το άτομο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πομπή < πέμπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πομπή θηλυκό

  1. συνοδεία
  2. επίσημη συνοδεία (θρησκευτική, εορταστική, θριαμβευτική)
  3. αποστολή
  4. πομπώδης επίδειξη

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: πέμπω