πονηρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | πονηρός | πονηρή | πονηρό |
| γενική | πονηρού | πονηρής | πονηρού |
| αιτιατική | πονηρό | πονηρή | πονηρό |
| κλητική | πονηρέ | πονηρή | πονηρό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | πονηροί | πονηρές | πονηρά |
| γενική | πονηρών | πονηρών | πονηρών |
| αιτιατική | πονηρούς | πονηρές | πονηρά |
| κλητική | πονηροί | πονηρές | πονηρά |
[
]
Ετυμολογία
- πονηρός < αρχαία ελληνική πονηρός
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pɔ.ni.ˈɾɔs/
[
]
Επίθετο
πονηρός