πονοκέφαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πονοκέφαλος πονοκέφαλοι
γενική πονοκεφάλου
& πονοκέφαλου
πονοκεφάλων
& πονοκέφαλων
αιτιατική πονοκέφαλο πονοκεφάλους
& πονοκέφαλους
κλητική πονοκέφαλε πονοκέφαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πονοκέφαλος < πονο- + κεφάλι + -ος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πονοκέφαλος αρσενικό

  1. πόνος που εντοπίζεται γενικά στο κεφάλι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κεφαλαλγία, κεφαλόπονος, καρηβαρία
  2. (μεταφορικά) δυσκολία, πρόβλημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]