ποντίκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ποντίκι | ποντίκια |
| γενική | ποντικιού | ποντικιών |
| αιτιατική | ποντίκι | ποντίκια |
| κλητική | ποντίκι | ποντίκια |
[
]
Ετυμολογία
- ποντίκι < μεσαιωνική ελληνική ποντίκιον < υποκοριστικό του ποντικός < ποντικός μῦς (ποντίκι από τον Πόντο, την Μαύρη Θάλασσα)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ποντίκι ουδέτερο
- (ζωολογία) μικρό τρωκτικό ζώο που ζει στις πόλεις, στους αγρούς και στα σπίτια
- μυς του σώματος που μεταβάλλει αρκετά το σχήμα της εξωτερικής επιφάνειας όταν χρησιμοποιείται
- Συνεχώς φουσκώνει και επιδεικνύει τα γυμνασμένα του ποντίκια.
μυς
- (ειδικότερα) ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς όταν σφίγγεται
- για κάνε να δω αν έχεις καθόλου ποντίκι
- μικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης
- Μαζί με το πληκτρολόγιο, αγόρασε και ένα καινούριο εργονομικό ποντίκι.
- τμήμα από το κάτω μέρος του ποδιού μοσχαριού
- Είπε στο χασάπη να του κόψει κι ένα κιλό ποντίκι.
- (μεταφορικά) ο νέος στρατιώτης
[
] Εκφράσεις
- τρώγονται σαν τη γάτα με το ποντίκι : τσακώνονται διαρκώς
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
είδος τρωκτικού
|
|