πορθμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορθμός πορθμοί
γενική πορθμού πορθμών
αιτιατική πορθμό πορθμούς
κλητική πορθμέ πορθμοί
ο πορθμός του Βοσπόρου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πορθμός < αρχαία ελληνική πορθμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πορθμός αρσενικό

  • (γεωγραφία) στενό μέρος θάλασσας ανάμεσα σε δύο στεριές που ενώνει δύο θάλασσες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πορθμός < περῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πορθμός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]