πορσελάνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πορσελάνη < ιταλική porcellana (πιθανόν μετατράπηκε σε θηλυκό με την επίδραση του γαλλικού porcelaine)
Ουσιαστικό [
]
πορσελάνη θηλυκό
- γενική ονομασία του αδιαφανούς σκληρού υλικού που προέρχεται από την υαλοποίηση του καολίνη ή άλλων πρώτων υλών
- (συνεκδοχικά) οι κατασκευές από πορσελάνη
Μεταφράσεις [
]
πορσελάνη