πορτοκάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πορτοκαλί

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορτοκάλι πορτοκάλια
γενική πορτοκαλιού πορτοκαλιών
αιτιατική πορτοκάλι πορτοκάλια
κλητική πορτοκάλι πορτοκάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πορτοκάλι < ιταλική portogallo (για κάποιο είδος πορτοκαλιού από την Πορτογαλία)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɔɾ.tɔ.ˈka.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πορτοκάλια

πορτοκάλι ουδέτερο

  1. (βοτανική) φρούτο, ο καρπός της πορτοκαλιάς
  2. ο χυμός του φρούτου αυτού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]